Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

To Ζαπάντι κατά την τουρκοκρατία





Το Ζαπάντα ή Ζεμπάν ή Ζαπάντ' ή Ζαπάντι ή Μεγάλη Χώρα1 βρίσκεται Βορειοδυτικά του Αγρινίου και
δεσπόζει της αιτωλικής πεδιάδας. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, εκεί κοντά ήταν κτισμένη μια αρχαία πόλη ή το «παλιό» Αγρίνι - σύμφωνα με τον προφορικό λόγο των σημερινών κατοίκων της περιοχής2. Η ιστορία του Ζαπάντ', όπως και των Τούρκο κρητικών, μπορεί να φωτίσει την αντιθετική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον επίσημο, δημόσιο λόγο του έθνους-κράτους και την ανεπίσημη, λαϊκή (ατομική και κατ' επέκταση συλλογική) κουλτούρα και μνήμη. Ενώ ο δημόσιος εθνοκεντρικός λόγος μπορεί να ρίξει στη λήθη σημαντικά στοιχεία της ιστορίας ενός τόπου, η λαϊκή παράδοση έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει στη μνήμη κάποια από αυτά. Στον δημόσιο λόγο το Ζαπάντ' ονομάζεται σήμερα Μεγάλη Χώρα και η ιστορία του αποσιωπάται. Αντίθετα, στον μη επίσημο λόγο ονομάζεται Ζαπάντι και στη λαϊκή μνήμη μπορεί να ανιχνεύσει κανείς σημάδια από τα περασμένα μεγαλεία του.

Η πολιορκία του Ζαπάντ'

Κάποτε πολιόρκησαν το Ζαπάντ' 2.000 εχθροί. Έχτισαν έναν πύργο και έφεραν και δύο πυροβόλα. Το Ζαπάντ' είχε περίπου 400 μαχητές και τέσσερις πύργους. Οι κάτοικοι του, παρόλο που πεινούσαν, αρνιόνταν να δεχτούν τους όρους υποταγής που τους πρότειναν οι πολιορκητές, πολλοί από τους οποίους, βλέποντας ότι η σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων οδηγούσε σε αδιέξοδο, αποχώρησαν. Αυτοί που απέμειναν άνοιξαν ένα λαγούμι, το γέμισαν με μπαρούτι και προσπάθησαν να ρίξουν τους πύργους του Ζαπάντ'. Οι μαχητές του όμως δεν έδειξαν να πτοούνται και απάντησαν με μια σφοδρή επίθεση. Οι πολιορκητές υποχώρησαν μπροστά στην ορμή των πολιορκημένων, οι οποίοι θα νικούσαν -σύμφωνα με τους ιστορικούς- αν δεν είχαν την ατυχία να σκοτωθεί ο αρχηγός τους. Οι πολιορκητές έκοψαν τα κεφάλια των νεκρών μαχητών του Ζαπάντ' και τα κρέμασαν στον πύργο τους. Οι πολιορκημένοι τελικά -μετά από 45 μέρες πολιορκία- δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους και να φύγουν με τον όρο οι νικητές να σεβαστούν τη ζωή και την τιμή τους. Αυτοί όμως αθέτησαν τους όρους τις συνθήκης. Λαφυραγώγησαν τους ηττημένους και πολλούς τους σκότωσαν3.

Μέχρι εκείνη την εποχή, το Ζαπάντ', το Μεσολόγγι και το Αγρίνιο (Βραχώρι) ήταν οι τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας. Μετά την ήττα του το Ζαπάντ' έπαψε να είναι, παρόλο που η πολιορκία του παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πολιορκία και την έξοδο των «ελεύθερων πολιορκημένων» του Μεσολογγίου. Επιπλέον και τα δύο γεγονότα συνέβησαν στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Η πολιορκία του Ζαπάντ' έγινε λίγο νωρίτερα από του Μεσολογγίου, το καλοκαίρι του 1821. Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά ιστορικά γεγονότα συνίσταται στο ότι στο Μεσολόγγι οι πολιορκούμενοι ήταν χριστιανοί, ενώ στο Ζαπάντ' μουσουλμάνοι. Οι χριστιανοί-Έλληνες διεκδικούσαν την εθνική τους ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία. Με την επέμβαση και των «μεγάλων δυνάμεων» πέτυχαν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, στην εθνοκεντρική ιστορία του οποίου ο ηρωισμός των κατοίκων του Ζαπάντ' δεν είχε θέση. Γι αυτό, ενώ το Μεσολόγγι τιμήθηκε και λόγω της ιστορίας του έγινε η πρωτεύουσα του νομού (παρόλο που είναι μικρότερο πληθυσμιακά από το Αγρίνιο) και κάθε χρόνο οργανώνονται γιορτές για να τιμήσουν και να δοξάσουν τον αγώνα και την ηρωική έξοδο των πολιορκημένων, η ιστορία των μαχητών του Ζαπάντ' πέρασε στη «Χώρα της σιωπής».

Δημόσιος λόγος: Ο εξοστρακισμός του διαφορετικού

Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να μοιράσει εύσημα ανδρείας ούτε να επαναλάβει τον κοινό τόπο ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Η επίσημη ιστοριογραφία του ελληνικού κράτους, το οποίο ιδρύθηκε και χάρη στην κατάληψη του Ζαπάντ', δεν είχε κανένα λόγο να μνημονεύσει τον ηρωισμό των μουσουλμάνων μαχητών του ούτε να γιορτάσει μια νίκη αμαυρωμένη από μια παρασπονδία και από μια αγριότητα, όπως το κόψιμο και το κρέμασμα των κεφαλιών. Η φαντασιακή -όπως την αποκάλεσε ο Benedict Anderson4- κοινότητα του έθνους για να υπάρξει έχει ανάγκη από τους ζωτικούς μύθους της και ένας από αυτούς είναι ότι ακόμα και στον πόλεμο η παρασπονδία και η αγριότητα χαρακτηρίζουν τους εχθρούς του έθνους και όχι τους εθνικούς ήρωες, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν και οι δημιουργοί του ελληνικού κράτους.

Ο δημόσιος λόγος μπορεί να αποσιωπά και να οδηγεί στη λήθη ιστορικά γεγονότα, το παρελθόν όμως αφήνει τα σημάδια του πάνω στον τόπο και στο τοπίο. Δεν είναι εύκολο να το διαγράψεις. Στον κάμπο της σημερινής Μεγάλης Χώρας παραμένει ως αδιάψευστο σημάδι ενός «άλλου» παρελθόντος ένας μιναρές5. Ο μιναρές αυτός με οδήγησε να ερευνήσω την ιστορία της περιοχής, αν και η πολύ ωραία έκδοση της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αιτωλοακαρνανίας δεν τον συμπεριλαμβάνει στα αξιοθέατα6. Ο δημόσιος λόγος αφήνει απέξω ένα μέρος της ιστορίας του τόπου.

Μια λιγότερο εθνοκεντρική και περισσότερο ανθρωποκεντρική ιστοριογραφία θα μπορούσε να δώσει μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Να συνδέσει το χθες με το σήμερα και να εξηγήσει την ύπαρξη του μιναρέ στους νέους κατοίκους αυτού του τόπου. Να αναφέρει ότι από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα το Ζαπάντ' ήταν μια μεγάλη κωμόπολη. Είχε 300 σπίτια7 που περικλείονταν με ψηλούς τοίχους, τρία σχολεία και δύο λουτρά. Ήταν επίσης μεγάλο εμπορικό κέντρο. Είχε 57 μαγαζιά και τρία χάνια για εμπόρους, γιατί κάθε βδομάδα γινόταν μεγάλη εμποροπανήγυρις και τα καπνά του είχαν κατακτήσει τον κόσμο. Γι' αυτό το λόγο οι κάτοικοι του αρνήθηκαν επίμονα να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, όπως έκαναν οι μουσουλμάνοι «αστοί» του Αγρινίου. Πολέμησαν με αυταπάρνηση για το βίος τους, όπως παντού και πάντα πολεμούν οι άνθρωποι, άσχετα σε ποιο έθνος και σε ποια φυλή ανήκουν.

Στην περίπτωση του Ζαπάντ', όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Η ονομασία της πόλης τους (Ζεμπάν, Ζαπάντ') δεν είναι τούρκικη, είναι σλαβική. Επιπλέον ο τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή (17ος αι. μ.Χ.) τους ονομάζει «ελληνίζοντες»8. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε, οι κάτοικοι του τότε Ζαπάντ' υποστήριζαν ότι ήταν απόγονοι των αρχαίων «Λαλαίων»9. Δεν ήταν Τούρκοι στην καταγωγή αλλά αυτόχθονες μικροϊδιοκτήτες, χριστιανοί, ομαδικά εξισλαμισμένοι10. Παντρεύονταν γυναίκες ελληνίδες χριστιανές (δεν ξέρουμε αν υποχρεώνονταν και αυτές να αλλαξοπιστήσουν) και όλες οι οικογένειες μιλούσαν και ελληνικά και τούρκικα. Το γεγονός αυτό δίνει και μια εξήγηση γιατί ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, μια παλαιοχριστιανική βασιλική (4ος-6ος αι. μ.Χ.), το αρχαιότερο χριστιανικό μνημείο της περιοχής11, συνυπήρχε με τα δύο τζαμιά του Ζαπάντ" και μάλιστα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, «φαίνεται» ότι ο ναός ζωγραφίστηκε ολόκληρος τον 16ο αιώνα, την εποχή που το μουσουλμανικό Ζαπάντ' βρισκόταν σε μεγάλη ακμή12. Η μουσουλμανική θρησκεία δεν έχει γυναικεία θεότητα και η Παναγιά ήταν πολύ αγαπητή ακόμα και στις μουσουλμάνες τουρκικής καταγωγής13.

Το αποτέλεσμα ήταν οι κάτοικοι του Ζαπάντ' να μην έχουν καλές σχέσεις με τους μουσουλμάνους στο Βραχώρι -όπου παρατηρείται ενδογαμία-, γιατί οι τελευταίοι δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Τούρκους αλλά «ελληνίζοντες» και κρυπτοχριστιανούς. Δεν είχαν καλές σχέσεις ούτε και με τους χριστιανούς της περιοχής, γιατί ως εξισλαμισμένοι ήταν αρνησίθρησκοι14.

Η διαφορετικότητα τους από τις εθνικά κυρίαρχες ομάδες της περιοχής (Έλληνες και Τούρκους) θεωρώ ότι ήταν το μεγαλύτερο στίγμα που έφεραν οι κάτοικοι του Ζαπάντ'. Το γεγονός αυτό μαζί με τον πλούτο του βίου τους τους ώθησε στον ηρωισμό και ταυτόχρονα καταδίκασε την ιστορία τους να περάσει στη «Μεγάλη Χώρα της σιωπής». Οι άνθρωποι -όπου γης- δυσκολεύονται να αποδεχτούν το ξένο, το αλλότριο, το διαφορετικό. Η δυσκολία της αποδοχής είναι πολύ μεγαλύτερη, όταν κάτι που το θεωρούσαν δικό τους γίνεται αλλότριο. Και για την εποχή στην οποία αναφερόμαστε -πριν τη δημιουργία των εθνικών κρατών- το κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας μιας κοινωνικής ομάδας δεν ήταν το έθνος αλλά η θρησκεία. Γι' αυτό στην πολυεθνική οθωμανική αυτοκρατορία, παρόλο που οι κάτοικοι του Ζαπάντ' διατήρησαν τη χριστιανική εκκλησία, τα δύο τζαμιά του Ζαπάντ', χτισμένα με σπασμένα τούβλα, που την αυλή τους στόλιζαν θεόρατα κυπαρίσσια (σύμφωνα με τον τούρκο περιηγητή Εβλιά Τσελεμπή), δεν άλλαξαν χρήση, δεν μετατράπηκαν για παράδειγμα σε εκκλησίες, αλλά σε ερείπια αμέσως μετά την ήττα του Ζαπάντ'15. Μέσα όμως στην πολυεθνική οθωμανική αυτοκρατορία η περίπτωση των εξισλαμισμένων κατοίκων του Ζαπάντ' δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Η περίπτωση της Κρήτης είναι πολύ πιο ενδεικτική.

Οι Τούρκοι όταν κατέλαβαν την Κρήτη (1669 μ.Χ.) δεν μετέφεραν στρατεύματα και στελέχη για τον διοικητικό τους μηχανισμό, αλλά με οικονομικά κυρίως ανταλλάγματα προσεταιρίστηκαν μεγάλες μερίδες πληθυσμού, οι οποίες άλλαξαν το θρήσκευμα τους και έγιναν μουσουλμάνοι. Είναι γνωστοί ως Τουρκοκρητικοί. Αυτοί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κρήτη και να εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία και τη Συρία, όπου. σύμφωνα με μαρτυρίες ιστορικών ερευνητών της περιόδου, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα ολόκληρα χωριά να μιλούν το κρητικό ελληνικό ιδίωμα.

Μια βασική διαφορά στο ιστορικό τοπίο του Ζαπάντ' και των κρητικών πόλεων είναι η διατήρηση των τζαμιών. Στο Ρέθυμνο το τζαμί είναι το πιο υψηλό οίκημα της παλιάς πόλης και δεσπόζει πάνω από τα σπίτια. Η διατήρηση του μπορεί να αποδοθεί στο χρόνο και στον τρόπο αποχώρησης των Τούρκων και των Τουρκοκρητικών από την Κρήτη, καθώς και στην οικονομία της πόλης που στηρίζεται κατεξοχήν στον τουρισμό. Οι αρχές του τόπου κάνουν αγώνα για να διατηρήσει η πόλη το «χρώμα» της. Στον δημόσιο λόγο τους όμως δεν αναφέρονται σε «τούρκικα» μνημεία, αλλά απλώς σε «διατηρητέα μνημεία». Η επίσημη ονομασία του τζαμιού σήμερα είναι «Ωδείο». Έχει αλλάξει χρήση και συγκεντρώνονται εκεί οι χορωδίες. Από την άλλη μεριά η εκκλησία που δεσπόζει μέσα στην πόλη είναι αφιερωμένη στους Τέσσερις Μάρτυρες. Μάρτυρες ονομάζονται όσοι εξισλαμισμένοι ξανάγιναν χριστιανοί γνωρίζοντας ότι, αν αυτό αποκαλυφθεί, το τίμημα ήταν να βασανιστούν, να υποστούν μαρτύρια, δηλαδή να μαρτυρήσουν. Και στο Ηράκλειο ένας από τους κεντρικότερους δρόμους της πόλης ονομάζεται των 52 Μαρτύρων. Με αυτό τον τρόπο αυτό που επιβάλλεται ως επίσημη μνήμη στους Κρητικούς είναι ότι οι χριστιανοί υπέστησαν μαρτύρια από τους τούρκους κατακτητές και ότι με τη 61α και όχι εθελοντικά και για οικονομικούς κυρίως λόγους έγιναν οι ομαδικοί εξισλαμισμοί.

Είναι εύλογο, θα έλεγε κανείς, στη μνήμη ενός λαού οι περίοδοι κατάκτησης, περίοδοι κατά τις οποίες οι άνθρωποι αναγκάζονται να αλλάξουν το πλαίσιο αναφοράς τους -στη συγκεκριμένη περίπτωση τη θρησκεία τους- να αποσιωπώνται, όταν δεν αποτελούν τιμή για το έθνος-κράτος (έστω και αν αυτό δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα) αλλά όνειδος. Η περίπτωση όμως της Κρήτης αναιρεί ένα τέτοιο συμπέρασμα, γιατί εκτός από την τουρκική έχουμε και την ενετική κατάκτηση. Οι Ρεθυμνιώτες με καμάρι δείχνουν στον επισκέπτη τη βρύση του Ρυμόντ, αλλά δεν ξέρουν -όπως απέδειξε μια επιτόπια έρευνα- ή δεν θέλουν να ξέρουν ότι όχι μόνο το φάρο στο παλιό λιμάνι αλλά και το υπέροχο κτίριο, στο οποίο στεγάζεται σήμερα η Νομαρχία Ρεθύμνης, τα έχουν χτίσει οι «απολίτιστοι» Τούρκοι(16).

Και ενώ ένας τουρκολόγος του Πανεπιστημίου Βρισκόταν στη δεξαμενή της πόλης -κτισμένη και αυτή επί τουρκοκρατίας- και διάβαζε την αραβική επιγραφή, μια Ρεθυμνιώτισσα τον πλησίασε και του εξήγησε ότι και η δεξαμενή και η επιγραφή ήταν από την εποχή των Βενετών. Μια κατάκτηση λοιπόν δεν είναι αφ' εαυτού «κακό» γεγονός. Υπάρχουν καλές και κακές κατακτήσεις. Η τούρκικη ήταν κακή, των Βενετών καλή. Οι Φράγκοι, οι δυτικοί και ο πολιτισμός τους ήταν καλοί και άρα αξιομνημόνευτοι, γιατί δεν απειλεί σήμερα το ελληνικό κράτος και γιατί οι τουρίστες είναι κατεξοχήν Ευρωπαίοι. Η μνήμη σχηματίζεται με δάση τα σημερινά δεδομένα. Με τα μάτια του σήμερα κοιτάμε το χθες.

Η λαϊκή συλλογική μνήμη

Ωστόσο πέρα από την επίσημη, τη δημόσια μνήμη, υπάρχει και η μη επίσημη, η λαϊκή (ατομική και κατ' επέκταση συλλογική) μνήμη. Αυτή, όμως, είναι δύσκολο να αναδείξει γεγονότα, πολλές φορές και να εκφραστεί με λόγο. Μπορεί κανείς να την ανιχνεύσει μέσα από την αρχιτεκτονική, το δημοτικό τραγούδι, την ονοματοθεσία ή ονοματοποιία, τη λογοτεχνία και κυρίως την προφορική μαρτυρία. Η ύπαρξη αρχιτεκτονικών μνημείων, όπως του μιναρέ και των τούρκικων σπιτιών στη Μεγάλη Χώρα, δυσκολεύουν την απόλυτη επικράτηση του δημόσιου λόγου, από τον οποίο έχει απαλειφθεί η ιστορία του Ζαπάντ'. Στο Ρέθυμνο πάλι, όπου παρατηρείται αλλαγή χρήσης των «μνημείων», μπορεί το τζαμί να μετατράπηκε και να μετονομάστηκε σε Ωδείο, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί να θυμίζει «άλλες» εποχές. Το δημοτικό τραγούδι, ως παράγοντας έκφρασης της λαϊκής μνήμης, στη σημερινή ηλεκτρονική εποχή μας, πρέπει να καταγραφεί για να διατηρηθεί. Διάβασα, αλλά δεν το βρήκα καταγεγραμμένο, ότι η λαϊκή μούσα έφτιαξε ένα τραγούδι όπου ύμνησε τον ηρωισμό των πολιορκημένων του Ζαπάντ' και την ανδρεία του αρχηγού τους Ζουφλικάρ Αγά. Στην εποχή μας, η ευρεία χρήση του μαγνητόφωνου έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί η προφορική ιστορία. Οι θαυμάσιες δουλειές του Alistair Thomson στην Αυστραλία και των ιστορικών του Ροpular memory group στην Αγγλία απέδειξαν ότι πολλές φορές η λαϊκή μνήμη έρχεται σε αντίθεση με τη δημόσια μνήμη, αλλά και με τους τρόπους που αυτή ενσωματώνεται στην επίσημη μνήμη17.

Η δυνατότητα διατήρησης και έκφρασης της λαϊκής μνήμης είναι μικρή αλλά υπαρκτή. Είναι πιο εύκολο να ανιχνευτεί σε κοινωνίες αγροτικές, όπου η προφορικότητα είναι ακόμη ισχυρή. Μια τέτοια περιοχή είναι και το Αγρίνιο, όπου διατηρούνται έντονα τα στοιχεία μιας αγροτικής κουλτούρας. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στην πόλη, ένας φίλος ανέλαβε να με ξεναγήσει στα αξιοθέατα. Με πήγε και στο μιναρέ. Μια τέτοια ενέργεια αποτελεί μια ουσιαστική διαφοροποίηση από τη δημόσια μνήμη, όπως αυτή εκφράζεται από τον επίσημο τουριστικό οδηγό, όπου ο μιναρές δεν συμπεριλαμβάνεται στα αξιοθέατα και αξιομνημόνευτα, θεωρώ αυτή την ενέργεια του φίλου όχι εσκεμμένη αντιπαράθεση στον δημόσιο λόγο, αλλά ένδειξη ύπαρξης και έκφρασης της λαϊκής μνήμης. Εξάλλου και οι περισσότεροι κάτοικοι στο Αγρίνιο δεν ονομάζουν το σημερινό χωριό με την επίσημη ονομασία του, Μεγάλη Χώρα, αλλά Ζαπάντ'. Στη διάρκεια της μικρής μου έρευνας άκουσα να μου μιλούν ρε θαυμασμό για τα σπίτια του Ζαπάντ' που είχαν πηγάδια, ενώ τα «δικά μας» (τα ελληνικά δηλαδή) δεν είχαν. Μου είπαν επίσης ότι και το «κιούνι» στον Άγιο Κωνσταντίνο, από όπου υδρευόταν ο «συνοικισμός», το είχαν φτιάξει οι Τούρκοι. Ακόμα και η φράση που συχνά ακούγεται «Τι περιμένεις: Τους γυφταίους από το Ζαπάντ';» δεν φαίνεται να έχει εντελώς υποτιμητικό περιεχόμενο και το πιθανότερο είναι ότι αναφέρεται στους κατοίκους που εγκαταστάθηκαν στο Ζαπάντ' μετά την εγκατάλειψη του από τους μουσουλμάνους.

Στην Κρήτη, όπου η συνύπαρξη των Τουρκοκρητικών με τους κρήτες χριστιανούς φτάνει μέχρι το 1922 -πολύ κοντά στην εποχή μας- και όπου οι δυνατότητες μετακίνησης είναι περισσότερες, τα πράγματα έχουν πάρει μια άλλη τροπή. Ενώ ο δημόσιος λόγος με επιμονή υποστηρίξει ότι όλοι οι Τουρκοκρητικοί έφυγαν -με στεναχώρια βέβαια- από την Κρήτη με την ανταλλαγή των πληθυσμών, μια μικρή έρευνα προφορικής ιστορίας ανέτρεψε εν πολλοίς αυτή τη Βεβαιότητα18.

Η έρευνα ξεκίνησε με το σκεπτικό ότι δεν είναι δυνατόν να ξεριζωθεί ένας πολιτισμός από ένα τόπο, χωρίς να αφήσει τα σημάδια του όχι μόνο στο περιβάλλον αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις. Ρωτώντας αν διατηρούνται κάποιες σχέσεις με τους Τουρκοκρητικούς που έφυγαν, πληροφορήθηκα ότι πέρυσι το καλοκαίρι ήρθε η κόρη μιας Τουρκοκρητικιάς. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι η γυναίκα που έδινε τη συνέντευξη δεν είχε μόνο φιλικούς αλλά και συγγενικούς δεσμούς με τη νεαρή κοπέλα, η οποία δεν ήρθε στο Ρέθυμνο μόνο για τουρισμό αλλά και για να γνωρίσει τον τόπο καταγωγής της και τους έλληνες χριστιανούς συγγενείς της. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι οργανώνονται κάθε χρόνο εκδρομές από την Κρήτη για τη Μικρά Ασία, ώστε Κρήτες και Τουρκοκρητικοί να ειδωθούν, να μιλήσουν και να τραγουδήσουν τους κοινούς τους σκοπούς.

Ως συμπέρασμα

Η επίσημη, η εθνική ιστοριογραφία διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την εθνική συνείδηση και τη δημόσια μνήμη φωτίζοντας τα ιστορικά γεγονότα μέσα από τη δική της οπτική γωνία. Αυτή επέλεξε και επέβαλε τι θα θυμόμαστε. Τέτοιου είδους επιλογές είναι πάντα πολιτικές. Το βασικό κανάλι μέσα από το οποίο περνούσε και διαμορφωνόταν αυτή η δημόσια μνήμη ήταν το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο απόλυτα ελεγχόταν από το έθνος-κράτος. Όλα τα έθνη-κράτη ήταν υποχρεωμένα να αποδείξουν την ομοιομορφία τους, την ομοιογένεια του πληθυσμού τους αλλά και την ανωτερότητα τους απέναντι στα άλλα. Η δημόσια μνήμη διαμορφωνόταν μέσα στα πλαίσια μιας εθνικής και πολλές φορές εθνικιστικής ιδεολογίας. Ωστόσο στον καινούργιο αιώνα μας, οι πολιτικές επιλογές έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται. Στην Ευρώπη, στα έθνη-κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο εθνικισμός αλλά πολλές φορές και ο πατριωτισμός βάλλονται, αφού η εξουσία δεν εκπορεύεται πια αποκλειστικά από τις εθνικές πρωτεύουσες αλλά από υπερεθνικά κέντρα. Επιπλέον, η παρουσία των οικονομικών προσφύγων έχει μεταβάλει το αστικό αλλά και το αγροτικό τοπίο. Και ενώ ο 20ός αιώνας ονομάστηκε από πολλούς «αιώνας των προσφύγων», ίσως ο 21ος αιώνας ονομαστεί αιώνας των πολυπολιτισμικών κοινωνιών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σίγουρα η ιστορία θα ξαναγραφτεί «κάπως» αλλιώς.

Σημείωση: Το κείμενο που καταχωρείται ανωτέρω αποτελεί εισήγηση της κυρίας Τασούλας Βερβενιώτη στην Ημερίδα που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (τμήμα σχολών Αγρινίου) στο Αγρίνιο τον Σεπτέμβριο του 2000 και δημοσιεύτηκε από τον Δήμο Αγρινίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: